σφίγξ


σφίγξ
сфинкс

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "σφίγξ" в других словарях:

  • Σφίγξ — rapacious fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφίγξ — rapacious fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σφίγξ — Ελληνικό εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό με έδρα το Κάιρο. Ιδρύθηκε το 1903 με διευθυντή τον Κ. Ρωμάνο. Μετά τον θάνατό του (1957) η έκδοση συνεχίστηκε ως το 1962. Με τον ίδιο τίτλο κυκλοφόρησε και έμμετρο εβδομαδιαίο σατιρικό έντυπο στην… …   Dictionary of Greek

  • Сфинкс — (Σφίγξ) в греческой мифологии демон душитель в образе полуженщины, полульва; олицетворение неизбежной судьбы и нечеловеческой муки. Название С. греческого происхождения (от гл. σφίγγω душить), но представление заимствовано, вероятно, у египтян… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Σφιγγοῖν — Σφίγξ rapacious fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφιγγοῖν — Σφίγξ rapacious fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σφιγγί — Σφίγξ rapacious fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφιγγί — Σφίγξ rapacious fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σφιγγῶν — Σφίγξ rapacious fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφιγγῶν — Σφίγξ rapacious fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σφιγγός — Σφίγξ rapacious fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)